Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

34 χρόνια πριν.... 34 χρόνια μετά.....

Ή όταν η ιστορία σιωπά....
Είναι αλήθεια ότι σχεδόν κάθε χρόνο πήγαινα στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Προσωπικά βιώματα, μια εποχή που άξιζε πολλά, όλα αυτά μαζί και άλλα ακόμη, μου έδειχναν το δρόμο να είμαι εκεί...
Ένα κόκκινο λουλούδι στο χέρι, ένα δάκρυ καλά φωλιασμένο στην καρδιά και σίγουρο βήμα. Μπροστά στο μνημείο της σύγχρονης δόξας, άφηνα το λουλούδι και κύτταζα πέρα, στο βάθος.
Τα τελευταία 8 χρόνια δεν έκανα αυτή τη διαδρομή. Δεν έψαξα να βρω δικαιολογίες, απλά δεν είχα λόγους. Το πανηγυράκι που στηνόταν στους δρόμους με άφηνε αδιάφορο. Κρατούσα τις μνήμες μου, θυμόμουν το τότε και προχωρούσα.
Και ξαφνικά φέτος, όλα έγιναν αλλιώς. Είχα αποφασίσει να πάω πάλι εκεί, να δω τον παλμό, να νιώσω την ψυχή των νέων φοιτητών, μιας άλλης αδούλωτης γενιάς, που δεν έζησε το γκρίζο της στρατιωτικής χούντας, που ζεί το γκρίζο της παραπληροφόρησης.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα ήμουν μόνος. Αυτό το δρόμο θα τον έκανα μαζί με την κόρη μου.
Είναι 13 1/2 ετών μαθήτρια της Β΄ τάξης του γυμνασίου. Έπρεπε να πάμε εκεί, μαζί...
Η Παρασκευή ήταν ηλιόλουστη. Ξεκινήσαμε και στο δρόμο της είπα την ιστορία. Την γνώριζε, την γνώριζε πολύ καλά. Βέβαια, στο σχολείο της, φέτος, έκαναν μια μικρή γιορτή. Τίποτε άλλο. Καμιά αναφορά σε λεπτομέρειες.
Σταθήκαμε σε έναν πάγκο που πουλούσε λουλούδια. Πήραμε μερικά κόκκινα γαρύφαλλα και λίγα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Είχε περασμένο το χέρι της στο μπράτσο μου και περπατούσε σα μεγάλη κυρία. Και άκουγε με προσοχή ότι της έλεγα για κείνη τη νύχτα, τη νύχτα που η χούντα κλονίστηκε, για πρώτη φορά. Πλησιάζαμε προς την πύλη. Οι πάγκοι των νεολαίων ήταν απλωμένοι κατά μήκος της Πατησίων. Όλα τα κόμματα της Αριστεράς και η ΠΑΣΠ.
Μπήκαμε στο χώρο του Πολυτεχνείου. Πλησιάσαμε στο μνημείο. Ευτυχώς φορούσα σκούρα γυαλιά. Η ίδια έντονη συγκίνηση, όπως πάντα. Το δάκρυ, φωλιασμένο μέσα μου, δεν άντεξε. Βγήκε στην επιφάνεια, έκανε αυτό που δεν έκανε εδώ και 8 χρόνια.
Αφήσαμε τα λουλούδια πάνω στους σωρούς λουλουδιών και στεφανιών και σταθήκαμε για πολύ λίγο μπροστα στο γερμένο κεφάλι. Πίσω μας ήταν η πύλη, που τη λύγισε το σιδερόφρακτο τεθωρακισμένο. Πλησιάσαμε και προς τα εκεί. Όλη η θηριωδία αποτυπωμένη σε μερικά κάγκελα.
Την αγκάλιασα σφιχτά και ξεκινήσαμε να φύγουμε. Δε μιλούσα, δε μιλούσαμε. Όλα τα ίχαν πεί κάποιοι ωραίοι τρελοί, 34 χρόνια πριν.
Όλα τα είχαν πει κάποια παιδιά, με μακριά μαλλιά και γένια, με τζιν και στρατιωτικά τζάκετ, αντίγραφα του Τσε, σε μια άλλη χώρα.
Έτσι είναι... Οι νεολαίοι, οι φοιτητές, οι μαθητές υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν για να εκφράζουν το αύριο, το νέο, το ριζοσπαστικό. Εμείς, που κάποτε υπήρξαμε νέοι, δεν μπορούμε να δεχτούμε πως η ζωή συνεχίζεται. Θέλουμε τους επόμενους ίδιους με μας. Αυτό δεν έγινε και δεν γίνεται στην ιστορία των λαών. Οι νέοι προχωρούν μπροστά, με το μοναδικό αδούλωτο πνεύμα, την λαχτάρα της νέας ελευθερίας τους, τα δικά τους οράματα, το μη συμβιβασμό...
Κι αν κάποιο στατιστικολόγοι αναφέρονται σχετικά με το ποιοι από τα τότε τρελόπαιδα εξαργύρωσαν τη συμμετοχή τους στην ελευθερία, ας τους απαντήσουμε ότι αυτοί δεν ήταν εκεί...
Σήμερα, 34 χρόνια μετά, το παιδί των 11 ετών είναι 45ντάρης.... Προχωρεί με την κόρη του αγκαζέ, οφείλοντας να της μεταφέρει το μήνυμα, το διαχρονικό μήνυμα πως οι λαοί που δε σέβονται την ιστορία τους δεν είναι ισότιμοι. Ας μείνει μόνο αυτό, ένα μικρό λιθαράκι στη μνήμη της 17 Νοέμβρη...

Δεν υπάρχουν σχόλια: